Μ’ ένα σκεπάρνι κι έναν πέλεκυ που του δίνει η Καλυψώ... από το ξυλουργικό εργαστήρι της - (;;;) θαυμάζουν εδώ οι φιλόλογοι - ξεκίνησε η επιχείρηση επανέναρξης της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Μετά από επτά χρόνια ερωτικής έκστασης στην αγκάλη της θεάς, αφού στις τρείς κατηγορίες προκλήσεων που πρέπει να ξεπεράσει ο Οδυσσέας, την λήθη των Λωτοφάγων, τους κινδύνους από κακά υπάνθρωπα θηρία, Κίκονες, Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, πιο καταλυτική φαίνεται να είναι η ερωτική αποπλάνηση της γυναίκας: η Καλυψώ, η Κίρκη ή κι η Ναυσικά. Να όμως που τελικά ο Δίας κάνει την χάρη να επιτρέψει την επιστροφή κι η Καλυψώ υποτάσσεται βαρυγκομώντας, δίνοντας τα εργαλεία στον Οδυσσέα και δείχνοντάς του πού είναι τα δένδρα τα ψηλά: ξυλεία για μακριά μαδέρια, και στεγνά: πιο εύκολα το ξύλο τους να επιπλέει στο νερό: «κλῆθρες καὶ λεῦκες· κι ἔλατα ποὺ ἀγγίζανε τὰ οὐράνια / ἀπὸ καιρὸ κατάξερα, νά 'ναι ἀλαφρὰ στὸ κῦμα».

Image

Και δίνει το ε235-65 της Οδύσσειας την πρώτη, πιο εμπεριστατωμένη περιγραφή ναυπήγησης πλεούμενου στην ελληνική γραμματεία. Περιγράφεται παραστατικά πώς πελέκησε την ξυλεία, ροκάνισε και ίσιωσε, τις «τανίδες» ή σανίδες, από το «τανύω» τα απλωμένα ξύλα, πώς τα ίσιωσε ή στάθμισε με την «στάθμη» και τρυπάνισε με τρυπάνια που «η θεά από την σπηλιά του φέρνει» ώστε με αρμούς και ξυλοκάρφια σφυροκοπώντας τα γερά να τα «αρμολογήσει αράδα».

Στην συνέχεια σκάρωσε το «νηός έδαφος», την πατωσιά «φορτίδος» σε φορτηγό καράβι, για να συνεχίσει «ορθοστήνοντας πουντέλια / ἀπάνω σὲ πυκνόβαλτα μαντάλια ταιριασμένα· / καὶ τέλος τὰ συνέδεσε μὲ μακρουλὰ μαδέρια»«Όρθωσε μέσα το κατάρτι, αρματωμένο με αντένα» και έφτιαξε το τιμόνι για να κυβερνιέται το πλεούμενο, ενώ τα τοιχώματα του σκάφους του τα έφτιαξε με «πλεμάτια από ιτιές / να μην περνούν τα κύματα, και σώριασε από μέσα / κλαριά πολλά». Του έφερε η θεά επίσης «σκουτιὰ φασμένα / γιὰ τὰ πανιά, καὶ τά 'φτιαξε κι αὐτὰ ὁ Δυσσέας 'πιδέξιος μαραγκός» μὲ τέχνη. Η ναυπηγική της σχεδίας συμπληρώθηκε με τον εξοπλισμό της, με «σκότες που έδεσε, και ξάρτια και μαντάρια». Έτοιμη πια η σχεδία καθελκύστηκε: «Κατόπι σκότες ἔδεσε, καὶ ξάρτια καὶ μαντάρια, / καὶ μὲ λοστοὺς στην θάλασσα κατέβασε τὸ σάλι.»

Δεν διέφυγε από τους ομηριστές το γεγονός ότι η περιγραφή της ναυπήγησης της σχεδίας περιγράφεται με τους ίδιους όρους που περιγράφεται στην ραψωδία της αναγνώρισης από την Πηνελόπη, «Οδυσσέως υπό Πηνελόπης Αναγνωρισμός», στο ψ, η κατασκευή σε ριζωμένη εληά το γαμήλιο κρεβάτι του Οδυσσέα, το «έμπεδον λέχος». Υπονοώντας εδώ με την εικόνα του κρεβατιού «ριζωμένης σχεδίας» (rooted raft) την αέναη για τον Έλληνα διαμάχη του καλέσματος της θάλασσας και την κλήση του νόστου, τον μετεωρισμό ανάμεσα στα αντίπαλα πρωταρχικά στοιχεία της γης και της θάλασσας, του Ποσειδώνα και της Αθηνάς.

Η ναυπήγηση της οδυσσεϊκής «νηός εϋέλμοιο», δεν είχε βέβαια το πλεονέκτημα των αρχαίων ταρσανάδων που θα επέτρεπαν την κοίλωση των πλαϊνών σανίδων και το κτίσιμο γύρω από μια ορθοτομούσα κεντρική καρίνα – άξονα ναυπήγησης του πλοίου - των πλαϊνών σανίδων του κύτους ή «πετσώματος» του πλοίου πριν την τοποθέτηση των εγκάρσιων «νομέων» του σκελετού πάνω στους οποίους και στηρίζονταν οι υπερκείμενες βοηθητικές κατασκευές.  Βοηθουσών των κατάλληλων εγκαταστάσεων ο αρχαίος αυτός τρόπος επέτρεψε μέσα σε ελάχιστο χρόνο η Αθήνα του Θεμιστοκλή να επενδύσει τον άργυρο του Λαυρίου για να ναυπηγήσει τις 200 πόσες τριήρεις της αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας και της ναυτικής κατανίκησης της Μηδικής εισβολής στην Σαλαμίνα. Θυμούμαι στο Λονδίνο, στα 2500 χρόνια από την αθηναϊκή δημοκρατία του Καλλικλή την συζήτηση με τον καθ. Ρόμπινσον για την ναυπήγηση της Ολυμπιάδος, της ρεπλίκας αθηναϊκής τριήρους που έπλευσε και στον Τάμεση, έξω από το βρετανικό Κοινοβούλιο.

Image

Πρόκειται για την «πρώτα το κέλυφος» μέθοδο που είναι αντίθετος του σύγχρονου τρόπου «πρώτα ο σκελετός» ναυπήγησης, τρόπος που οι ιστορικοί μας λένε εφαρμόζεται από τον 7ο αιώνα μ.Χ. Η περιγραφή της Οδύσσειας δείχνει την συναρμογή των σανίδων να γίνεται με «αρμούς και ξυλοκάρφια» στις διανοιχθείσες οπές, στις οποίες αργότερα περνιόντουσαν σκοινιά ώστε τα πλοία να είναι «ραφτά». Δεδομένων των αυτόχρημα, αυτοκατασκεύαστων μέσων του Οδυσσέα, ο τρόπος της Οδύσσειας παραπέμπει και στην άλλη μέθοδο συναρμογής των «τανίδων», αυτού «με μόρσα», δηλ. με την διάνοιξη εντορμιών στα πλαϊνά των σανίδων, την προσαρμογή τενόντων σε αυτές και την ασφάλισή τους με πείρους. Άλλωστε, συχνά, σε δύσκολα σημεία εφαρμόζονταν ταυτόχρονα οι δύο μέθοδοι. Η ρητίνη και η πίσσα ήταν ο τρόπος στεγανοποίησης, δεν υπήρχαν σανίδες από στεγανό υαλοβάμβακα, κι η ελαφράδα του ξηρού ξύλου συνεπήγετο το πορώδες και απορροφητικό του, άρα την ανάγκη στεγανοποίησης με ρητίνη και πίσσα. Τα πλοία ήσαν στον Όμηρο μαύρα (Β359 πτέσθω ἧς νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης) και γαμψά, σαν τις κουρούνες, νηυσί κορωνοίσιν. Περιγράφονται όμως και… «ροδομάγουλα» («τῷ δ᾽ ἅμα νῆες ἕποντο δυώδεκα μιλτοπάρῃοι» Β 629). Κι απορεί ο φιλόλογος: ροδομάγουλο; Nαι, χαιρετά που πια δεν τα έβαψε ο ποιητής μαύρα με την πίσσα της στεγανοποίησής τους, αλλά, ροδομάγουλα; Μια περιγραφή που θα ταίριαζε περισσότερο στην Άννα Καρένινα, παρά στο πολεμικό, μάλιστα, πλοίο. Αλλά, ο ποιητής μένει πιστός στην ποίησή του, πάνω από όλα, την ανάγκη τα χρώματα να περιγράφονται ως ζωηρά, με το επίθετο να αρμόζει στην ποιητική ανάγκη της περιγραφής κι όχι στην πεζή πραγματολογική αλήθεια.

Γενικά, συνοψίζουμε, η «πρώτα το κέλυφος» μέθοδος με καμπύλα σανιδώματα παραπέμπει στην κατασκευή των βαρελιών, την συναρμογή ενωμένων στην ακμή τους σανίδων προσαρμοσμένων σε ένα πλαίσιο, με βαμβάκι ή άλλο υλικό ανάμεσά τους καλυμμένο ή διαποτισμένο με στεγανοποιητικό υλικό, πίσσα ή ρητίνη. Σήμερα, στην ναυπήγηση ξύλινων σκαφών χρησιμοποιείται η μέθοδος της «ψυχής χύτευσης», που είναι η συναρμογή λεπτών καπλαμάδων ξύλου σε διαφορετικές κατευθύνσεις που καταλήγουν σε μια μονομοριακή δομή σαν υαλοβάμβακας αλλά πιο ελαφριά, μέθοδος που χρησιμοποιείται πιο πλατιά σε μικρά ή μεσαίου μεγέθους γιωτ.

Η ναυπήγηση των πλοίων των αρχαίων Ελλήνων (και των άλλων αρχαίων πολιτισμών) ξεκινούσε με το κτίσιμο (εκατέρωθεν της ισχυρής δοκού της καρίνας) των πλαϊνών σανίδων του «πετσώματος» και τελείωνε με την τοποθέτηση των εγκάρσιων «νομέων» του σκελετού (που χρησιμοποιούνταν κυρίως για την στήριξη των υπερκείμενων βοηθητικών κατασκευών).
Ο τρόπος αυτός ονομάζεται «πρώτα το κέλυφος» και είναι αντίθετος του σύγχρονου τρόπου ναυπήγησης «πρώτα ο σκελετός» που εφαρμόζεται από τον 7ο αιώνα μ.Χ. Η συναρμογή των σανίδων του κελύφους του πλοίου επιτυγχανόταν με δύο μεθόδους. Στα «ραφτά» πλοία με τη διάνοιξη οπών κατά μήκος των σανίδων και το ράψιμό τους με ισχυρά σχοινιά. Στα πλοία «με μόρσα» με την διάνοιξη εντορμιών στα πλαϊνά των σανίδων, την προσαρμογή τενόντων σε αυτές και την ασφάλισή τους με πείρους. Ενίοτε, σε δύσκολα σημεία εφαρμόζονταν ταυτόχρονα οι δύο μέθοδοι.


Image

του Τίτου Χριστοδούλου
φιλόσοφος, δημοσιογράφος, συγγραφέας

 

Image

του Τίτου Χριστοδούλου
φιλόσοφος, δημοσιογράφος, συγγραφέας